γωλεός

γωλεός, ,
A a hole, Arist.HA603a6 (v.l. φωλεός);

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γωλεός — γωλεός, ο (Α) τρύπα. [ΕΤΥΜΟΛ. Το γωλεός συνδέεται με τα λιθ. guōlis, λεττ. guol’a «κατάλυμα, κρησφύγετο, φωλιά», ενώ αμφισβητείται η αναγωγή στη ρίζα *geu «λυγίζω, κάμπτω, κυρτώνω» (πρβλ. γύαλον). Εξάλλου δεν έχει προσδιοριστεί με σαφήνεια αν και …   Dictionary of Greek

  • γωλεόν — γωλεός a hole masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • gol-1, lengthened grade gōl-, reduct.st. gol- —     gol 1, lengthened grade gōl , reduct.st. gol     English meaning: to lie; den (of animals)     Deutsche Übersetzung: “liegen; Lager, Tierlager”     Material: Arm. kalaɫ “cave, hiding place, nook, bolt hole or lair of a wild animal”; Gk.… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • γαυλός — γαυλός, ο (Α) 1. αμολγεύς, καρδάρα 2. κουβάς για άντληση νερού 3. οποιοδήποτε σκεύος με στρογγυλό σχήμα 4. κούπα τού κρασιού 5. κυψέλη. [ΕΤΥΜΟΛ. Τα γαυλός και γαύλος θα μπορούσαν να έχουν κοινή προέλευση. Εάν ανάγονται σε ινδοευρ. ρίζα,… …   Dictionary of Greek

  • gēu-, gǝu-, gū- (*sgēu-) —     gēu , gǝu , gū (*sgēu )     English meaning: to bend, curl; a kind of vessel     Deutsche Übersetzung: “biegen, krũmmen, wolben”     Note: Root gēu , gǝu , gū : to bend, curl; a kind of vessel probably derived from Root (s)keu 2, (s)keu̯ǝ :… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.